Showing posts with label Οικονομική Επιθεώρηση. Show all posts
Showing posts with label Οικονομική Επιθεώρηση. Show all posts

Tuesday, October 20, 2009

Πυρηνική Ενέργεια; Ναι, ευχαριστώ

Το πιο πιθανό είναι ότι εσείς που διαβάζετε το άρθρο αυτό ανήκετε στην συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που θεωρούν την πυρηνική ενέργεια ως επικίνδυνη απειλή για τη ζωή, ίσως και για ολόκληρο τον πλανήτη. Που μάλλον πιστεύετε ότι δεν χρειάζεται να πάρουμε κανέναν ρίσκο - μεγάλο ή μικρό - όταν υπάρχουν ασφαλείς και «πράσινες» τεχνολογίες όπως η ηλιακή ή η αιολική. Ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι εξασφαλισμένο, αρκεί να χρηματοδοτηθεί καλύτερα η έρευνα στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, να μονώσουμε τα σπίτια μας και να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τόσο συχνά το αυτοκίνητο. Αν ναι, τότε το άρθρο αυτό είναι γραμμένο για εσάς.

Ο ορισμός του προβλήματος είναι ως εξής: ο πλανήτης θερμαίνεται λόγω των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από την καύση υδρογονανθράκων (πετρέλαιο, κάρβουνο, φυσικό αέριο), η εξάρτηση της Δύσης από το πετρέλαιο που παράγεται, κυρίως, στην πολιτικά ασταθή Μέση Ανατολή πρέπει να σταματήσει, ωστόσο η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνεχισθεί. Οικονομική ανάπτυξη σημαίνει φτηνή ενέργεια. Άρα, θέλουμε να βρούμε έναν τρόπο να καλύψουμε το 80% των διαρκώς αυξανομένων ενεργειακών μας αναγκών ούτως ώστε να μην είναι ούτε πετρέλαιο, ούτε άνθρακας, ούτε αέριο. Έστω κι αν επιτευχθεί ο μεγαλεπήβολος στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για 20% ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (δηλαδή νερό, άνεμος, ήλιος) έως το 2020, μας απομένει να καλύψουμε το 80%.

Ας δούμε λοιπόν τις επιλογές μας. Ακόμα κι αν αδιαφορούσαμε για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και θέλαμε να συνεχίσουμε να καίμε υδρογονάνθρακες χωρίς να τρέχει τίποτα, πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι έως το 2030 ο κόσμος θα έχει φτάσει το μέγιστο της παραγωγής πετρελαίου, και τα παγκόσμια αποθέματα θα αρχίσουν να μην μπορούν να καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες. Όσα νέα κοιτάσματα πετρελαίου κι αν ανακαλυφθούν το ενεργειακό crunch είναι αναπόφευκτο και ορατό.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δυστυχώς, δεν θα μπορέσουν ποτέ να καλύψουν to 100% των αναγκών μας. Η ποσότητα ηλιακής ενέργειας που πέφτει πάνω σε ένα τετραγωνικό μέτρο της επιφάνειας της γης αρκεί ίσα-ίσα να ανάψει μια λάμπα 100 Watt. Θα χρειαζόταν να γίνει χρήση τεράστιων εκτάσεων γης ώστε να εκμεταλλευτούμε σε βιομηχανική κλίμακα την ηλιακή ενέργεια. Αν καλύπταμε όλες τις ταράτσες των σπιτιών με πάνελ ίσως καταφέρναμε να καλύψουμε τις οικιακές ανάγκες μας (γύρω στο 10% του συνόλου των ενεργειακών αναγκών), αλλά μόνο στη διάρκεια της ημέρας. Η αποθήκευση της ηλιακής ενέργειας σε μπαταρίες – ώστε να γίνεται χρήση της ενέργειας στη διάρκεια της νύχτας - δημιουργεί ένα τεράστιο οικολογικό και ενεργοβόρο πρόβλημα διαχείρισης των τοξικών υλικών στις μπαταρίες αυτές.

Ούτε οι ανεμογεννήτριες μπορούν να αποτελέσουν τον κύριο άξονα μιας ενεργειακής πολιτικής, αφού, ως γνωστόν, ο άνεμος φυσάει…όποτε και όσο θέλει. Επίσης φυσάει δυνατότερα σε απομακρυσμένα μέρη, σε νησιά ή σε κορυφές βουνών, όπου χρειάζεται να γίνει σημαντικότατη επένδυση για να συνδεθούν τα μέρη αυτά με τον κορμό του δικτύου. Όσο για τα βιοκαύσιμα, ελάχιστοι εξακολουθούν να τα βλέπουν ως λύση. Η επιχορηγούμενη από «οραματικές» κυβερνήσεις παραγωγή αιθανόλης είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές των σιτηρών και να ξεσπάσουν βίαιες ταραχές σε πολλά μέρη του αναπτυσσόμενου κόσμου. Είναι απορίας άξιον πώς ένα τόσο προφανές αποτέλεσμα δεν είχε προβλεφθεί από πριν, και πώς εξαίρετοι οικονομολόγοι συμβούλεψαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέρ των βιοκαυσίμων.

Ας δούμε τώρα την πυρηνική ενέργεια. Ο άνθρακας έχει διπλάσια ενεργειακή πυκνότητα από το ξύλο, ενώ το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο διπλάσια από τον άνθρακα. Η ενεργειακή πυκνότητα του ουρανίου σε σχέση με τον άνθρακα είναι 2 εκατομμύρια! Δηλαδή ένα κιλό ουρανίου δίνει 2 εκατομμύρια φορές την ενέργεια που δίνει ένα κιλό άνθρακας. Ενώ για να λειτουργήσει μια θερμοηλεκτρική μονάδα 1000 MW χρειάζονται τόνοι άνθρακα κάθε μέρα, η αντίστοιχης ισχύως πυρηνική μονάδα χρειάζεται μια απειροελάχιστη σχετικά ποσότητα καυσίμου σε μορφή ράβδων που είναι ελαφρώς ραδιενεργείς και ο χειρισμός τους γίνεται εύκολα με γάντια. Στον τετραετή κύκλο ζωής τους οι ράβδοι ουρανίου παράγουν μηδέν εκπομπές άνθρακα, ενώ η αντίστοιχη θερμοηλεκτρική μονάδα θα έχει έως τότε προσθέσει στην ατμόσφαιρα 3 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα.

Η ενστάσεις κατά της πυρηνικής ενέργειας εστιάζονται σε τρεις περιοχές: στον κίνδυνο να ανατιναχτεί ή να τηχθεί ο αντιδραστήρας, να κλαπούν από τρομοκράτες πυρηνικά υλικά με τα οποία θα κατασκευαστούν ατομικά όπλα, και η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων.

Στο φαρμακείο του σπιτιού σας πιθανόν να φυλάσσεται κάπου ένα μικρό δοχείο βαζελίνης. Σίγουρα δεν ανησυχείτε ότι μια μέρα θα ανατιναχτεί και θα καταστρέψει το σπίτι σας ολοσχερώς. Κι όμως, η βόμβα ναπάλμ είναι ακριβώς όπως και η βαζελίνη. Η διαφορά ανάμεσά τους έγκειται στην ποσόστωση του ενεργούς υλικού· η ναπάλμ είναι γέλη βενζίνης ενώ η βαζελίνη γέλη πετρελαίου. Η διαφορά στην ποσόστωση του δραστικού ραδιενεργού υλικού είναι αυτή που κάνει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα ακίνδυνο και μια ατομική βόμβα θανατηφόρο. Υπάρχουν δύο ισότοπα ουρανίου, το U-238 που αποτελεί το 99,3 του φυσικού ορυκτού, και το U-235 που αποτελεί το υπόλοιπο 0,7. Το μεν είναι λιγότερο ραδιενεργό με μια συσκευή τηλεόρασης. Για να συμβεί μια αλυσιδωτή πυρηνική αντίδραση το U-235 πρέπει να κυμαίνεται στο 3%. Για αυτό το λόγο το ορυκτό ουράνιο «εμπλουτίζεται», περνά δηλαδή μέσα από μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία με μαγνητικά πεδία και φυγοκεντρίζεται. Για να φτιάξει κανείς υλικό για ατομική βόμβα το ουράνιο πρέπει να εμπλουτιστεί σε ποσοστό 90%! Η διαφορά ανάμεσα στο 3 και το 90 είναι που κάνει ένα πυρηνικό εργοστάσιο για πολιτική αποκλειστικά χρήση απολύτως ασφαλές. Η σύγχρονη τεχνολογία κατασκευών εγγυάται την αντισεισμικότητα ενός πυρηνικού αντιδραστήρα, ενώ οι νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε οι ήπιες πυρηνικές αντιδράσεις που συμβαίνουν εντός τους να σταματούν μέσω της αυτόματης εξόδου των ράβδων ουρανίου, σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά, π.χ., υπερθερμανθεί ο αντιδραστήρας από σφάλμα του συστήματος ψύχρανσης (αυτό που συνέβη στο Τσερνομπίλ).

Κι αν το πυρηνικό εργοστάσιο αποτελέσει στόχο τρομοκρατών; Ένα από τα υποπροϊόντα των πυρηνικών αντιδράσεων είναι το πλουτώνιο. Ωστόσο, οι ποσότητες που παράγονται από ένα πυρηνικό εργοστάσιο είναι αμιλητέες και ανακυκλώνονται. Όπως εξήγησα πιο πάνω, για να φτιάξει κανείς ένα ατομικό όπλο χρειάζεται να εμπλουτίσει το ουράνιο με U-235 σε ποσοστό 90%. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει ποτέ σε εργοστάσια για αποκλειστική πολιτική χρήση. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι τεχνικά δύσκολο, και για αυτό οι Ιρανοί που το προσπαθούν εδώ και χρόνια δεν το έχουν ακόμα καταφέρει. Η ιστορία άλλωστε έχει δείξει ότι οι «κακοί» πάνε για ψώνια στο Πακιστάν ή στη Βόρειο Κορέα.

Τέλος, ως προς την ανησυχία για τα ραδιενεργά απόβλητα, η Γαλλία, μια χώρα που παράγει το 75% του ηλεκτρισμού της από πυρηνικά εργοστάσια εδώ και 25 χρόνια, έχει συνολικά απόβλητα της τάξεως ενός δωματίου. Ανά Γάλλο, τα απόβλητα αυτά αντιστοιχούν σε ένα κουτάκι μπύρας, για όλη τη ζωή του! Ο λόγος; Σχεδόν όλο το υλικό που υπάρχει σε μια ράβδο πυρηνικού καυσίμου είναι ανακυκλώσιμο. Το 95% είναι ακίνδυνο U-238 που μπορεί να επιστραφεί εκεί που ήρθε. Το υπόλοιπο είναι το πολύτιμο U-235, πλουτώνιο και ήσσονα ακτινίδια, υλικά που ανακυκλώνονται και επαναχρησιμοποιούνται.

Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί τη μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας να ανταπεξέλθει στο ενεργειακό δίλλημα της προστασίας του περιβάλλοντος και της ταυτόχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Ένα εργοστάσιο των 1000 MW κοστίζει σήμερα από 2 έως 5 δις δολάρια, ωστόσο αποσβαίνει γρήγορα την επένδυσή του, παράγοντας φτηνή, πραγματικά πράσινη, ενέργεια, για δεκαετίες. Στην Ελλάδα, που το ενεργειακό μας πρόβλημα είναι επιτακτικό, η πυρηνική ενέργεια πρέπει να αποτελέσει μια σοβαρή επιλογή και να συζητηθεί. Όχι μόνο θα λύσουμε το πρόβλημα της ενέργειας και του περιβάλλοντος, αλλά θα προσφέρουμε εργασία σε χιλιάδες, ενώ θα δημιουργήσουμε συνθήκες επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Οι υστερικές αντιδράσεις από τα κόμματα, ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος, και από σχεδόν ολόκληρο τον Τύπο βασίζονται στην άγνοια ή στην ημιάγνοια, ενώ παραβλέπουν με υποκριτικό τρόπο το γεγονός ότι όμορες χώρες επενδύουν ήδη στην κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων. Με άλλα λόγια, κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα αν η χώρα μας θα αγοράζει αύριο το ρεύμα της από ένα πυρηνικό εργοστάσιο τοποθετημένο λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορά της, ενώ έχουμε πρόβλημα αν το εργοστάσιο αυτό βρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας. Καιρός να βγάλουν ορισμένοι το κεφάλι τους από την άμμο.

Nudge: Παρακινώντας τους πολίτες προς τις ορθές επιλογές

Μια από τις θεμελιώδεις υποθέσεις εργασίας των οικονομικών επιστημών από την εποχή του Adam Smith είναι ο homo economicus, η ιδέα δηλαδή ότι ο καθένας από εμάς σκέπτεται και δρα ορθολογικά, αισθάνεται νηφάλια, και επιλέγει με αλάθητο κριτήριο το συμφέρον του. Στα πανεπιστημιακά βιβλία των οικονομολόγων ο homo economicus διαθέτει την σκέψη ενός Αϊνστάιν, τη μνήμη ενός υπερυπολογιστή και τη δύναμη της θέλησης ενός Μαχάτμα Γκάντι.

Φυσικά, όπως γνωρίζουμε, οι πραγματικοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου έτσι. Η ονομαζόμενη «συμπεριφορική οικονομία» (behavioral economics) επιχειρεί, μέσα από την ενσωμάτωση της έρευνας των κοινωνικών επιστημών, της ανθρωπολογίας, της ψυχολογίας και των νευροεπιστημών, να αναθεωρήσει το σώμα της παραδοσιακής οικονομικής επιστήμης και να ερμηνεύσει με πιο ρεαλιστικό τρόπο την οικονομική συμπεριφορά του ατελούς, συχνά αφελούς, και εν πολλοίς – και επαναλαμβανομένοις - αμαρτίαις περιπεσσομένου homo sapiens.

Ο Richard H. Thaler, ένας από τους θεμελιωτές της συμπεριφορικής οικονομίας, μαζί με τον Cass R. Sunstein, κορυφαίο νομικό, εξέδωσαν πρόσφατα ένα βιβλίο με τίτλο Nudge, Improving Decisions about health, wealth and happiness (Yale University Press, 2008), στο οποίο εξετάζουν τις ανθρώπινες επιλογές και προτιμήσεις.

Το πρόβλημα, το οποίο διερευνούν οι συγγραφείς, δεν έγκειται στο ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Όλοι μας επιθυμούμε μια καλή σύνταξη στο μέλλον, όπως επιθυμούμε επίσης ένα ακριβό δείπνο απόψε το βράδυ. Πόσα όμως τέτοια δείπνα θα πρέπει να στερηθούμε ώστε να έχουμε την καλή σύνταξη; Όταν υπάρχει αβεβαιότητα στις επιλογές, ή ως προς τα υπέρ και τα κατά, οι επιλογές μας καθοδηγούνται από τον τρόπο με τον οποίο τίθενται ως ερώτηση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι προκαθορισμένες επιλογές, δηλαδή οι επιλογές οι οποίες αυτομάτως επιλέγονται όταν το υποκείμενο αδρανεί να επιλέξει από μόνο του: σε πολλές χώρες η προεπιλογή δωρητού οργάνων έχει αυξήσει το ρυθμό προσφοράς οργάνων, όπως και η ελάχιστη καταβολή για ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ωφελεί εκείνους τους δικαιούχους που δεν ενδιαφέρονται σήμερα αν θα πάρουν ποτέ σύνταξη.

Οι συγγραφείς ενδιαφέρονται για τον τρόπο με τον οποίο ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κράτος, μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές των πολιτών προς το καλύτερο – ειδικά όταν οι πολίτες δεν είναι απολύτως βέβαιοι για το τι θέλουν.

Αρχιτεκτονική Επιλογών

Η πρώτη ιδέα που παρουσιάζουν οι συγγραφείς στο βιβλίο τους ονομάζεται «αρχιτεκτονική επιλογών» (choice architecture). H προφανής αναλογία είναι η αρχιτεκτονική ενός κτηρίου, όπου ο σχεδιαστής «παρακινεί» τους ενοίκους προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μέσω του τρόπου με τον οποίο έχει σχεδιάσει, π.χ. τις πόρτες, τους διαδρόμους ή τους κοινόχρηστους χώρους. Οι «αρχιτέκτονες των επιλογών» μπορούν να επηρεάζουν τις επιλογές προσαρμόζοντας τον αριθμό των επιλογών, την διατύπωση της πληροφορίας, και τον καθορισμό των προεπιλογών.

Οι Thaler και Sunstein δεν πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει μια «ουδέτερη αρχιτεκτονική». Ο οποιοσδήποτε τρόπος παρουσίασης των επιλογών επηρεάζει αναπόφευκτα εκείνον που πρέπει να πάρει την απόφαση. Για παράδειγμα, όλοι οι τρόποι παρουσίασης μιας επιλογής έχουν μια προκαθορισμένη προεπιλογή η οποία είναι, συνήθως, η πιο συχνά επιλεγμένη αφού – όπως λένε οι συγγραφείς του βιβλίου – δεν πρέπει να υποτιμάται ποτέ η ανθρώπινη αδράνεια.

Συνεπώς, αν οι ιδιωτικοί οργανισμοί ή το κράτος πιστεύουν ότι μια συγκεκριμένη πολιτική θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα, τότε μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα θέτοντας την πολιτική αυτή ως προκαθορισμένη επιλογή (default choice).

Η εφαρμογή της αρχιτεκτονικής των επιλογών υπογραμμίζει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θεώρηση ενός homo economicus και ενός homo sapiens. Σύμφωνα με την παραδοσιακή οικονομική θεωρία, ο homo economicus επηρεάζεται από κίνητρα. Για παράδειγμα, αν το κράτος φορολογεί τα τσιγάρα αυτοί αγοράζουν λιγότερα τσιγάρα. Η αποτυχία της υψηλής φορολόγησης στο να αποτρέψει τους ανθρώπους να καπνίζουν είναι ολοφάνερη στη χώρα μας. Οι συγγραφείς, εμπνεόμενοι από την συμπεριφορική οικονομία, παρατηρούν ότι οι πραγματικοί άνθρωποι θα κόψουν τελικά το κάπνισμα μόνον εφ’ όσον οι ίδιοι θέλουν – και πιστεύουν ότι θα πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να επιλέγουν αν θα καπνίζουν ή όχι. Ωστόσο, με δεδομένο την ιατρική γνώση ότι το κάπνισμα προξενεί καρκίνο, το κράτος μπορεί να «παρακινήσει» τους πολίτες που καπνίζουν να κόψουν την κακή συνήθεια σχεδιάζοντας τις επιλογές τους έτσι ώστε, π.χ. στο ύψος των ασφαλιστικών εισφορών που πληρώνουν να παραγοντοποιείται το γεγονός ότι καπνίζουν, και άρα να πληρώνουν περισσότερο.

Φιλελεύθερος πατερναλισμός

Η δεύτερη ιδέα του βιβλίου ονομάζεται «φιλελεύθερος πατερναλισμός» (libertarian paternalism), κάτι που εκ πρώτης ακούγεται οξύμωρο. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι το κράτος οφείλει να προσφέρει στους πολίτες επιλογές σε θέματα δημόσιας πολιτικής, αλλά οι επιλογές αυτές θα πρέπει να παρέχονται μέσω μιας αρχιτεκτονικής η οποία θα προωθεί το συμφέρον των πολιτών. Η φιλελεύθερη (libertarian) διάσταση της στρατηγικής τους προκύπτει από την πίστη τους ότι οι πολίτες πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι αυτοί θέλουν – και να μπορούν, αν θέλουν, να αρνούνται τις επιλογές που τους προσφέρονται. Οι συγγραφείς ασπάζονται πλήρως τη ρήση του Milton Freedman ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι «ελεύθεροι να επιλέγουν».

Η διαφοροποίησή τους έγκειται στην εφαρμογή της αρχιτεκτονικών των επιλογών ώστε να εγγυάται η ελευθερία των επιλογών αυτών.

Ως παράδειγμα φέρουν μερικές τυπικές κακές συνήθειες. Αν οι άνθρωποι θέλουν να καπνίζουν, ή να τρώνε καραμέλες, ή να επιλέγουν ένα ακατάλληλο πρόγραμμα υγείας, ή να μην αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους, οι φιλελεύθεροι πατερναλιστές οφείλουν να μην τους αναγκάζουν να κάνουν διαφορετικά, ή να τους δημιουργούν δυσκολίες. Οι αρχιτέκτονες επιλογών στην περίπτωση αυτή ενσυνείδητα παρακινούν (όθεν «nudge») τους ανθρώπους προς κατευθύνσεις που θα κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Αυτό γίνεται χωρίς να απαγορεύονται οι άλλες επιλογές ή να τροποποιούνται σημαντικά τα οικονομικά τους κίνητρα. Οι «παρακινήσεις» τις οποίες προτείνουν οι συγγραφείς δεν είναι νόμοι αλλά παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να αποφεύγονται εύκολα. Ως παράδειγμα παρακίνησης αναφέρουν το να βάζει κανείς τα φρούτα σε σημείο που να φαίνονται καλύτερα από τα γλυκά, σε ένα εστιατόριο για τους εργαζόμενους μιας εταιρίας. Δεν είναι παρακίνηση η απαγόρευση του πρόχειρου φαγητού.

Στα καθ΄ημάς

Στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών – είτε δηλώνουν «δεξιοί» είτε «αριστεροί» - προσυπογράφει στον κρατικό πατερναλισμό, δηλαδή στο κομματικό κράτος-προστάτη που φορολογεί χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα με αντάλλαγμα να παρέχει τα πάντα. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει εύκολα από μια επισκόπηση της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, καθώς και της σύνθεσης της Ελληνικής Βουλής. Προκύπτει ακόμα από τις αδιανόητες, ανιστόρητες και οικονομικά ανεφάρμοστες κορώνες των αριστερών κομμάτων περί δημιουργίας ενός επίγειου σοσιαλιστικού παραδείσου, οι οποίες όμως κερδίζουν αμέσως τη λαϊκή υποστήριξη και τους λαϊκούς ευσεβείς πόθους. Αποτέλεσμα αυτής της μορφής σκληρού πατερναλισμού είναι η σκιώδης εξυπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων μίας πολιτικά διασυνδεδεμένης μειοψηφίας (γνωστοί ως «διαπλεκόμενοι»), η χαμηλή ποιότητα των παρεχομένων από το κράτος υπηρεσιών και η διαφθορά του δημόσιου τομέα και του δημόσιου βίου εν γένει. Η υιοθέτηση πραγματικά φιλελεύθερων πολιτικών ιδεών και πρακτικών θεωρείται «ξένη προς τα Ελληνικά ήθη», περιορίζεται σε ακαδημαϊκό επίπεδο, και οι ελάχιστοι πολιτικοί (βλ. Ανδριανόπουλος, Μάνος) οι οποίοι είχαν το σθένος να την εισάγουν στο προσκήνιο το πλήρωσαν δεόντως.

Αν και η απαισιοδοξία είναι ένα συναίσθημα που συνήθως επαληθεύεται στη χώρα μας, θα ήθελα παρ’ όλα αυτά να ελπίζω πως ιδέες όπως αυτές που προβλημάτισαν τους συγγραφείς του Nudge θα αρχίσουν, σιγά-σιγά, να περνούν και στη συνείδηση των Ελλήνων φορολογουμένων πολιτών. Ίσως, η ευκρινώς διαφαινόμενες πλέον καταρρεύσεις του συστήματος υγείας, του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, όσο επώδυνες κι αν αποβούν, αποδείξουν πέραν πάσης εθελοτυφλίας την αποτυχία του κρατικού πατερναλισμού. Ίσως μια μέρα – γιατί όχι – απαιτήσουμε να επιλέγουμε πώς ξοδεύονται από το κράτος τα χρήματα που εμείς με τόσο κόπο βγάζουμε.

Κλιματική Αλλαγή: Μύθοι, πραγματικότητες και πολιτικές επιλογές

Η επιστήμη του κλίματος - όπως και κάθε επιστήμη - είναι γεμάτη από σιγουριές αλλά και από αβεβαιότητες. Ας δούμε πρώτα τις σιγουριές: ο πλανήτης μας θερμαίνεται. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία αυξήθηκε κατά 0,6 oC εντός του 20ου αιώνα, ενώ η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα (ενός από τα αέρια του θερμοκηπίου) είναι 30% υψηλότερη από αυτή που υπήρχε πριν το 1800, κυρίως λόγω της καύσης υδρογονανθράκων. Αν και η σχέση ανάμεσα στην αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου και της πλανητικής θέρμανσης δεν μπορεί να επαληθευθεί με απόλυτη βεβαιότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων συναινούν στον ανθρωπογενή χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής. Φυσικά, ένα πλήθος από κλιματολογικά στοιχεία αντιβαίνει στην συναίνεση αυτή. Για παράδειγμα, μετρήσεις στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας που δείχνουν ότι η θερμοκρασία έχει ελάχιστα μεταβληθεί, ή μετρήσεις στα βάθη των ωκεανών όπου η θερμοκρασία έχει παραδόξως πέσει. Το κλίμα της Γης είναι η συνισταμένη πολλών φυσικών μηχανισμών ανάδρασης τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε ακόμα πλήρως. Επιπλέον, η αλλαγή του κλίματος είναι μια κατά βάση φυσική διαδικασία. Η ιστορία του κλίματος δείχνει ότι πριν 500 εκατομμύρια χρόνια η θερμοκρασία ήταν 8 βαθμούς υψηλότερη και τα αέρια του θερμοκηπίου πολλές φορές περισσότερα. Η Ανταρκτική πάγωσε πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, μάλλον εξαιτίας τεκτονικών αλλαγών που εμπόδισαν τη ροή των ωκεάνιων ρευμάτων. Οι θερμοκρασίες συνέχισαν να πέφτουν ώσπου πριν 3 εκατομμύρια χρόνια ο πλανήτης μας μπήκε σε μια περίοδο ταλαντώσεων ανάμεσα σε εποχές παγετώνων, η τελευταία εκ των οποίων τέλειωσε πριν 10.000 χρόνια. Έκτοτε ζούμε σε αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «μακρύ καλοκαίρι» - και δεν είναι τυχαίο ότι η γεωργία και ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε τότε.

Τα μαθηματικά μοντέλα για το κλίμα είναι ακόμα ατελή, ωστόσο βελτιώνονται διαρκώς και τα καλύτερα από αυτά προβλέπουν, ως πιο πιθανό σενάριο, περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1 oC μέσα στα επόμενα 50 με 100 χρόνια.

Επιστήμη και πολιτική

Η επιστημονική συναίνεση μπορεί να μην σημαίνει απόλυτη βεβαιότητα, ωστόσο συνιστά το καλύτερο δυνατό δεδομένο που έχουμε στη διάθεσή μας όταν πρόκειται να αποφασίσουμε πολιτικές. Όμως οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν βασίζονται μόνο στην επιστήμη του κλίματος αλλά και στην οικονομική ανάλυση. Ειδικά, είναι η δεύτερη η οποία παίζει τον βαρύνοντα ρόλο στην πρόβλεψη των πιθανών μελλοντικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Και εδώ, δεν υπάρχει καμία συναίνεση.

Για παράδειγμα, η αναφορά Stern προς τη Βρετανική Κυβέρνηση - η οποία υπολογίζει το κοινωνικό-οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής σε 86 δολάρια ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα - θεωρείται από τους περισσότερους οικονομολόγους ως λανθασμένη (οι περισσότεροι το υπολογίζουν ανάμεσα στα 2 και 12 δολάρια). Περισσότερο αξιόπιστες προβλέψεις υπολογίζουν το κόστος της κλιματικής αλλαγής στα 22 τρισεκατομμύρια δολάρια (αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 3 oC, το οποίο είναι ένα πολύ «χειρότερο» σενάριο). Η επίκληση του Αλ Γκόρ για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% στις ανεπτυγμένες χώρες και κατά 50% στις υπόλοιπες θα μείωνε το κόστος αυτό στα 10 τρις, ωστόσο θα κόστιζε για να εφαρμοστεί 34 τρις.

Στο επίκεντρο των πολιτικών του κλίματος βρίσκεται η λογική ότι μειώνοντας την εκπομπή αερίων θα «επισκευάσουμε» το κλίμα της Γης. Κι όμως, κάτι τέτοιο είναι ένας ευσεβής πόθος και τίποτα περισσότερο. Το κλίμα είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη συνισταμένη ενός πλήθους παραγόντων και είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι «επισκευάζεται» τόσο εύκολα και απλά. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να εμποδίζει τους πολιτικούς να σχεδιάζουν και να διακυρήσσουν πολιτικές επισκευής του κλίματος. Ας δούμε τις κυριότερες από αυτές, και συγκεκριμένα την πολιτική «cap-and-trade» και την επιβολή «πράσινου φόρου».

Η αναποτελεσματικότητα του Κιότο

Η δημιουργία αγορών εκπομπών τύπου cap-and-trade, οι οποίες επιτρέπουν σε εταιρίες και κυβερνήσεις να εμπορεύονται δικαιώματα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου μέσα σε συγκεκριμένα όρια, δεν είναι οικονομικά αποτελεσματικές. Δημιουργούν συνθήκες ανάπτυξης καρτέλ που αναζητά να εκμεταλλευτεί το σύστημα και να βγάλει κέρδη. Η γραφειοκρατία που υποτίθεται επιβλέπει και συντηρεί το σύστημα συναλλάσσεται με επαγγελματίες λομπίστες και εταιρίες με πολιτικές διασυνδέσεις που επιζητούν ολοένα και περισσότερα credits, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται συνθήκες ανοιχτής αγοράς στο cap-and-trade αλλά ένα κλειστό περιβάλλον ανταγωνισμού για επιλεγμένους και καλά διασυνδεδεμένους παίκτες. Επιπλέον ο έλεγχος που ασκούν στην αγορά αυτή οι κυβερνήσεις είναι σημαντικός. Αντίθετα με ότι ισχυρίζονται στα φόρουμ για το περιβάλλον οι δυτικοί ηγέτες, στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να απωλέσουν το δικαίωμα των κυβερνήσεών τους για τη διαμόρφωση μακροοικονομικού σχεδιασμού. Όλοι γνωρίζουν ότι αν μειωνόταν η κατανάλωση υδρογονανθράκων, οι επιπτώσεις στην οικονομία θα ήταν από δυσμενείς έως καταστροφικές. Πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού, ανεργία, θα ήταν μερικά από τα αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τα μεγάλα λόγια κανένα μέλος της ΕΕ δεν έχει πετύχει τους στόχους του Κιότο (οι μόνες χώρες που το έχουν πετύχει είναι εκείνες που ξεκίνησαν να παίρνουν μέτρα μείωσης των εκπομπών πριν την υπογραφή του Κιότο που έγινε το 1997, η οποία συνθήκη όμως θεωρεί το 1990 ως έτος βάσης). Επίσης, συνθήκες τύπου Κιότο δεν θα είχαν ούτως ή άλλως κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου αφού δεν επιβάλλουν περιορισμούς στην Ινδία και την Κίνα, αμφότερες οι οποίες έχουν αρνηθεί δημόσια να αποδεχθούν περιορισμούς που θα έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική τους ανάπτυξη.

Εναλλακτικά, οι δυτικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να επιβάλλουν ένα «πράσινο φόρο», κάτι που θα ήταν σαφώς πιο οικονομικά αποτελεσματικό. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα ήταν ιδιαίτερα απεχθές στους ψηφοφόρους, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην ΕΕ όπου οι κυβερνήσεις ήδη υπερφορολογούν τα καύσιμα.

Οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Το τέλος της δεκαετίας του 90, όταν υπογραφόταν το Κιότο, ήταν μια διαφορετική εποχή. Σήμερα ο κόσμος αντιμετωπίζει μια βαθιά οικονομική κρίση, ενώ η ανεργία και ο πληθωρισμός απειλούν τις συνθήκες διαβίωσης στις ανεπτυγμένες χώρες. Η πρόσφατη αιχμή στην τιμή του πετρελαίου έδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνίες μας. Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει κάποιος δυτικός πολιτικός, έχων σώας τας φρένας, ο οποίος θα απαιτήσει να προστεθούν επιπλέον φόροι στα καύσιμα, αυξάνοντας έτσι το κόστος ζωής για τους καταναλωτές, ώστε τα τρισέγγονά μας εκατό χρόνια από σήμερα να μπορέσουν (χωρίς να είναι καν βέβαιο) να ζήσουν σε έναν πλανήτη με πάγους και πολικές αρκούδες. Δυστυχώς, αυτοί οι ίδιοι οι πολιτικοί, αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, δεν πρόκειται να παραδεχθούν ποτέ ότι οι υπάρχουσες πολιτικές για το κλίμα είναι είτε πρακτικά ανεφάρμοστες είτε απλά κακές. Τουτέστιν, θα συνεχίσουμε να ακούμε μεγάλα λόγια και να μην βλέπουμε να γίνεται τίποτα ουσιαστικό.

Ένας πλανήτης χωρίς πετρέλαιο;

Τα γνωστά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που υπάρχουν στη Γη είναι μη-ανανεώσιμα ωστόσο αρκούν, σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς, για είκοσι ή τριάντα ακόμα χρόνια. Η απελευθέρωση του Αρκτικού Ωκεανού από τους πάγους, η εκμετάλλευση βαθύτερων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων και η εξόρυξη κοιτασμάτων πίσσας θα μπορούσε να προσφέρει πετρέλαιο για άλλα διακόσια χρόνια. Επιπλέον τα κοιτάσματα άνθρακα θεωρούνται ότι αρκούν για άλλα τριακόσια χρόνια. Ο πλανήτης μας δεν υποφέρει από έλλειψη ενεργειακών αποθεμάτων. Ωστόσο, κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι τα κλιματικά μοντέλα που προβλέπουν σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας και συνθήκες αποκάλυψης είναι λανθασμένα, υπάρχουν σημαντικοί γεωπολιτικοί και οικονομικοί λόγοι για τους οποίους ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να στραφεί σε νέες, εναλλακτικές και ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Η ένταση με το Ιράν, η πρόσφατη κρίση στη Γεωργία, τα παραληρήματα του Τσάβες, ένας μελλοντικός ανταγωνισμός στον Αρκτικό Ωκεανό, η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, δείχνουν ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να συνεχίζουμε τις παλιές συνήθειες.

Ωστόσο η ενεργειακή απεξάρτηση της Δύσης δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Σήμερα οι υδρογονάνθρακες – άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο – παρέχουν πάνω από τρία τέταρτα της παγκόσμιας ενέργειας. Σημαντικές επενδύσεις από κυβερνήσεις και ιδιωτικά κεφάλαια θα πρέπει να εστιαστούν στην έρευνα και ανάπτυξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, όπως η αιολική, η ηλιακή, αλλά και η πυρηνική, όπως και στην έρευνα για εντελώς νέες μορφές ενέργειας, π.χ. η ενέργεια του κενού.

Μέχρι τότε θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η κλιματική αλλαγή είναι κάτι αναπόφευκτο και η καλύτερη πολιτική είναι όχι εκείνη που προσπαθεί να την αποφύγει επί ματαίω, αλλά εκείνη που προετοιμάζει την ανθρωπότητα για να την δεχτεί, εξοπλίζοντας την με την κατάλληλη γνώση και τεχνολογία.

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή σημαίνει επίσης τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της ανθρωπότητας. Ο λόγος που η Ολλανδία μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα την εισχώρηση της θάλασσας στο έδαφός της από το Μπαγκλαντές είναι η διαφορά στον πλούτο ανάμεσα στις δυό χώρες. Ένα πλούσιο Μπαγκλαντές θα μπορέσει κάποτε να αντιμετωπίσει τις κλιματικές αλλαγές και να προστατέψει τους πολίτες του και τις περιουσίες τους. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής που υποφέρουν από λειψυδρία ή βλέπουν το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους να χάνεται εξαιτίας του AIDS ή της ελονοσίας. Οι πλούσιες χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση αλλά και το πρακτικό συμφέρον να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών. Υλοποιώντας πολιτικές τύπου Κιότο και βάζοντας φόρους όχι μόνον δεν βοηθάμε τους φτωχούς να γίνουν πλουσιότεροι, αλλά τους καταδικάζουμε για πάντα στη φτώχια και την αρρώστια, δυναμιτίζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια της δικής μας ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης.